χρονογραφώ
•
- γράφω χρονογραφία Βικιλεξικό
- γράφω χρονογράφημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρονογραφώ < ελληνιστική κοινή χρονογραφέω / χρονογραφῶ < χρονογράφος < αρχαία ελληνική χρόνος + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρονογραφώ | χρονογραφείς | χρονογραφεί | χρονογραφούμε | χρονογραφείτε | χρονογραφούν / χρονογραφούνε |
| Παρατατικός | χρονογραφούσα | χρονογραφούσες | χρονογραφούσε | χρονογραφούσαμε | χρονογραφούσατε | χρονογραφούσαν / χρονογραφούσανε |
| Αόριστος | χρονογράφησα | χρονογράφησες | χρονογράφησε | χρονογραφήσαμε | χρονογραφήσατε | χρονογράφησαν / χρονογραφήσαν / χρονογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα χρονογραφήσω / θα χρονογραφώ | θα χρονογραφήσεις / θα χρονογραφείς | θα χρονογραφήσει / θα χρονογραφεί | θα χρονογραφήσουμε / θα χρονογραφούμε | θα χρονογραφήσετε / θα χρονογραφείτε | θα χρονογραφήσουν / θα χρονογραφήσουνε / θα χρονογραφούν / θα χρονογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω χρονογραφήσει | έχεις χρονογραφήσει | έχει χρονογραφήσει | έχουμε χρονογραφήσει | έχετε χρονογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρονογραφήσει | είχες χρονογραφήσει | είχε χρονογραφήσει | είχαμε χρονογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρονογραφήσει / να χρονογραφήσω / να χρονογραφώ | να έχεις χρονογραφήσει / να χρονογραφήσεις / να χρονογραφείς | να έχει χρονογραφήσει / να χρονογραφήσει / να χρονογραφεί | να έχουμε χρονογραφήσει / να χρονογραφήσουμε / να χρονογραφούμε | να έχετε χρονογραφήσει / να χρονογραφήσετε / να χρονογραφείτε | να χρονογραφήσουν / να χρονογραφήσουνε / να χρονογραφούν / να χρονογραφούνε |
| Προστακτική | — | χρονογράφει / χρονογράφησε | — | — | χρονογραφήστε / χρονογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →