χρυσή
•
- λαϊκότροποίκτερος Βικιλεξικό
- Σκεφτείτε μια κοινωνία που να θέλει χαρτορίχτρες, φλυτζανούδες, βλάχους [ορθοπεδικούς] τι να σας πω. Είχαν ειδικότητες. Η μια ήταν ξεματιάστρα. Η άλλη έλυνε τα μάγια, η άλλη έκοβε το λιόκρο, [ τη χρυσή.] Και πολλές έκαναν αλοιφές για όλα. (Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, Λάμπρο Μίχος, ο φούρναρης και πρακτικός γιατρός της Παραμυθιάς, 2015 https://www.paramythia-online.gr/32006/i-istories-tis-vavos-labro-michos-o-fournaris-ke-praktikos-giatros-tis-paramythias-2/)
Ετυμολογία
χρυσή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου χρυσός, εννοείται η λέξη αρρώστια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσή | — |
| Γενική | χρυσής | — |
| Αιτιατική | χρυσή | — |
| Κλητική | χρυσή | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →