χρυσογέρακο
•
- πτηνόείδος γερακιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρυσογέρακο < χρυσο- + γεράκ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσογέρακο | χρυσογέρακα |
| Γενική | χρυσογέρακου | χρυσογέρακων |
| Αιτιατική | χρυσογέρακο | χρυσογέρακα |
| Κλητική | χρυσογέρακο | χρυσογέρακα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →