Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρυσοκολλιέμαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος χρυσοκολλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχρυσοκολλιέμαιχρυσοκολλιέσαιχρυσοκολλιέταιχρυσοκολλιόμαστεχρυσοκολλιέστεχρυσοκολλιούνται
Παρατατικόςχρυσοκολλιόμουν / χρυσοκολλιόμουναχρυσοκολλιόσουν / χρυσοκολλιόσουναχρυσοκολλιόταν / χρυσοκολλιότανεχρυσοκολλιόμασταν / χρυσοκολλιόμαστεχρυσοκολλιόσασταν / χρυσοκολλιόσαστεχρυσοκολλιούνταν / χρυσοκολλιόνταν / χρυσοκολλιόντανε / χρυσοκολλιόντουσαν
Αόριστοςχρυσοκολλήθηκαχρυσοκολλήθηκεςχρυσοκολλήθηκεχρυσοκολληθήκαμεχρυσοκολληθήκατεχρυσοκολλήθηκαν / χρυσοκολληθήκαν / χρυσοκολληθήκανε
Μέλλονταςθα χρυσοκολληθώ / θα χρυσοκολλιέμαιθα χρυσοκολληθείς / θα χρυσοκολλιέσαιθα χρυσοκολληθεί / θα χρυσοκολλιέταιθα χρυσοκολληθούμε / θα χρυσοκολλιόμαστεθα χρυσοκολληθείτε / θα χρυσοκολλιέστεθα χρυσοκολληθούν / θα χρυσοκολληθούνε / θα χρυσοκολλιούνται
Παρακείμενοςέχω χρυσοκολληθείέχεις χρυσοκολληθείέχει χρυσοκολληθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα χρυσοκολληθείείχες χρυσοκολληθεί————
Υποτακτικήνα έχω χρυσοκολληθεί / να χρυσοκολληθώ / να χρυσοκολλιέμαινα έχεις χρυσοκολληθεί / να χρυσοκολληθείς / να χρυσοκολλιέσαινα έχει χρυσοκολληθεί / να χρυσοκολληθεί / να χρυσοκολλιέταινα χρυσοκολληθούμε / να χρυσοκολλιόμαστενα χρυσοκολληθείτε / να χρυσοκολλιέστενα χρυσοκολληθούν / να χρυσοκολληθούνε / να χρυσοκολλιούνται
Προστακτική—χρυσοκολλήσου——χρυσοκολληθείτε / χρυσοκολλιέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →