χρυσοκολλώ
•
- κολλώ ή δημιουργώ χρησιμοποιώντας χρυσόκολλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρυσοκολλώ < χρυσόκολλα + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρυσοκολλάω / χρυσοκολλώ | χρυσοκολλάς | χρυσοκολλά / χρυσοκολλάει | χρυσοκολλάμε / χρυσοκολλούμε | χρυσοκολλάτε | χρυσοκολλάν / χρυσοκολλάνε / χρυσοκολλούν / χρυσοκολλούνε |
| Παρατατικός | χρυσοκολλούσα | χρυσοκολλούσες | χρυσοκολλούσε | χρυσοκολλούσαμε | χρυσοκολλούσατε | χρυσοκολλούσαν / χρυσοκολλούσανε |
| Αόριστος | χρυσοκόλλησα | χρυσοκόλλησες | χρυσοκόλλησε | χρυσοκολλήσαμε | χρυσοκολλήσατε | χρυσοκολλήσαν / χρυσοκολλήσανε / χρυσοκόλλησαν |
| Μέλλοντας | θα χρυσοκολλάω / θα χρυσοκολλήσω / θα χρυσοκολλώ | θα χρυσοκολλάς / θα χρυσοκολλήσεις | θα χρυσοκολλά / θα χρυσοκολλάει / θα χρυσοκολλήσει | θα χρυσοκολλάμε / θα χρυσοκολλήσουμε / θα χρυσοκολλούμε | θα χρυσοκολλάτε / θα χρυσοκολλήσετε | θα χρυσοκολλάν / θα χρυσοκολλάνε / θα χρυσοκολλήσουν / θα χρυσοκολλήσουνε / θα χρυσοκολλούν / θα χρυσοκολλούνε |
| Παρακείμενος | έχω χρυσοκολλήσει | έχεις χρυσοκολλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρυσοκολλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρυσοκολλήσει / να χρυσοκολλάω / να χρυσοκολλήσω / να χρυσοκολλώ | να έχεις χρυσοκολλήσει / να χρυσοκολλάς / να χρυσοκολλήσεις | να χρυσοκολλά / να χρυσοκολλάει / να χρυσοκολλήσει | να χρυσοκολλάμε / να χρυσοκολλήσουμε / να χρυσοκολλούμε | να χρυσοκολλάτε / να χρυσοκολλήσετε | να χρυσοκολλάν / να χρυσοκολλάνε / να χρυσοκολλήσουν / να χρυσοκολλήσουνε / να χρυσοκολλούν / να χρυσοκολλούνε |
| Προστακτική | — | χρυσοκόλλα / χρυσοκόλλαγε / χρυσοκόλλησε | — | — | χρυσοκολλάτε / χρυσοκολλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →