χρυσοποίκιλτος
•
- ο στολισμένος με χρυσάφι, ο χρυσοστόλιστος, ο διακοσμημένος με χρυσό σε διάφορα σημεία Βικιλεξικό
- Έφτασε εποχή που τα μεταξοΰφαντα, τα αργυροποίκιλτα και τα χρυσοποίκιλτα υφάσματά της ήταν περιζήτητα στην Αγγλία (Σπάρτη Καρασταμάτη: Η πρώτη Ελληνίδα βιομήχανος, Τα Αθηναϊκά, 6/3/2020 https://www.taathinaika.gr/sparti-karastamati-i-proti-ellinida-viomichanos/)
Ετυμολογία
χρυσοποίκιλτος < ελληνιστική κοινή χρυσοποίκιλτος < αρχαία ελληνική χρυσός + ποικίλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσοποίκιλτος | χρυσοποίκιλτη | χρυσοποίκιλτο |
| Γενική | χρυσοποίκιλτου | χρυσοποίκιλτης | χρυσοποίκιλτου |
| Αιτιατική | χρυσοποίκιλτο | χρυσοποίκιλτη | χρυσοποίκιλτο |
| Κλητική | χρυσοποίκιλτε | χρυσοποίκιλτη | χρυσοποίκιλτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσοποίκιλτοι | χρυσοποίκιλτες | χρυσοποίκιλτα |
| Γενική | χρυσοποίκιλτων | χρυσοποίκιλτων | χρυσοποίκιλτων |
| Αιτιατική | χρυσοποίκιλτους | χρυσοποίκιλτες | χρυσοποίκιλτα |
| Κλητική | χρυσοποίκιλτοι | χρυσοποίκιλτες | χρυσοποίκιλτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →