χρυσοποικιλτικός
•
- που έχει σχέση με τη χρυσοποικιλτική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρυσοποικιλτικός < χρυσοποικιλτής / χρυσοποίκιλτος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσοποικιλτικός | χρυσοποικιλτική | χρυσοποικιλτικό |
| Γενική | χρυσοποικιλτικού | χρυσοποικιλτικής | χρυσοποικιλτικού |
| Αιτιατική | χρυσοποικιλτικό | χρυσοποικιλτική | χρυσοποικιλτικό |
| Κλητική | χρυσοποικιλτικέ | χρυσοποικιλτική | χρυσοποικιλτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσοποικιλτικοί | χρυσοποικιλτικές | χρυσοποικιλτικά |
| Γενική | χρυσοποικιλτικών | χρυσοποικιλτικών | χρυσοποικιλτικών |
| Αιτιατική | χρυσοποικιλτικούς | χρυσοποικιλτικές | χρυσοποικιλτικά |
| Κλητική | χρυσοποικιλτικοί | χρυσοποικιλτικές | χρυσοποικιλτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →