χρυσοστολίζω
•
- στολίζω κάτι με χρυσό Βικιλεξικό
- χρυσοπλουμίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρυσοστολίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρυσοστολίζω | χρυσοστολίζεις | χρυσοστολίζει | χρυσοστολίζουμε | χρυσοστολίζετε | χρυσοστολίζουν / χρυσοστολίζουνε |
| Παρατατικός | χρυσοστόλιζα | χρυσοστόλιζες | χρυσοστόλιζε | χρυσοστολίζαμε | χρυσοστολίζατε | χρυσοστολίζαν / χρυσοστολίζανε / χρυσοστόλιζαν |
| Αόριστος | χρυσοστόλισα | χρυσοστόλισες | χρυσοστόλισε | χρυσοστολίσαμε | χρυσοστολίσατε | χρυσοστολίσαν / χρυσοστολίσανε / χρυσοστόλισαν |
| Μέλλοντας | θα χρυσοστολίζω / θα χρυσοστολίσω | θα χρυσοστολίζεις / θα χρυσοστολίσεις | θα χρυσοστολίζει / θα χρυσοστολίσει | θα χρυσοστολίζουμε / θα χρυσοστολίσουμε | θα χρυσοστολίζετε / θα χρυσοστολίσετε | θα χρυσοστολίζουν / θα χρυσοστολίζουνε / θα χρυσοστολίσουν / θα χρυσοστολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρυσοστολίσει | έχεις χρυσοστολίσει | έχει χρυσοστολίσει | έχουμε χρυσοστολίσει | έχετε χρυσοστολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρυσοστολίσει | είχες χρυσοστολίσει | είχε χρυσοστολίσει | είχαμε χρυσοστολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρυσοστολίσει / να χρυσοστολίζω / να χρυσοστολίσω | να έχεις χρυσοστολίσει / να χρυσοστολίζεις / να χρυσοστολίσεις | να έχει χρυσοστολίσει / να χρυσοστολίζει / να χρυσοστολίσει | να έχουμε χρυσοστολίσει / να χρυσοστολίζουμε / να χρυσοστολίσουμε | να έχετε χρυσοστολίσει / να χρυσοστολίζετε / να χρυσοστολίσετε | να χρυσοστολίζουν / να χρυσοστολίζουνε / να χρυσοστολίσουν / να χρυσοστολίσουνε |
| Προστακτική | — | χρυσοστόλιζε / χρυσοστόλισε | — | — | χρυσοστολίζετε / χρυσοστολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →