Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρυσοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φοράει χρυσά, είναι ζάπλουτος, είναι ισχυρός Βικιλεξικό
  2. επιχείρηση ή δραστηριότητα που αποφέρει πολλά κέρδη Βικιλεξικό
  3. που φέρει χρυσό ( για έδαφος) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρυσοφόρος < αρχαία ελληνική χρυσοφόρος, μορφολογικά αναλύεται σε χρυσ(ός) + -ο- + -φόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρυσοφόροςχρυσοφόρα / χρυσοφόροςχρυσοφόρο
Γενικήχρυσοφόρουχρυσοφόρας / χρυσοφόρουχρυσοφόρου
Αιτιατικήχρυσοφόροχρυσοφόρα / χρυσοφόροχρυσοφόρο
Κλητικήχρυσοφόρεχρυσοφόρα / χρυσοφόρεχρυσοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρυσοφόροιχρυσοφόρες / χρυσοφόροιχρυσοφόρα
Γενικήχρυσοφόρωνχρυσοφόρωνχρυσοφόρων
Αιτιατικήχρυσοφόρουςχρυσοφόρες / χρυσοφόρουςχρυσοφόρα
Κλητικήχρυσοφόροιχρυσοφόρες / χρυσοφόροιχρυσοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →