χρυσοχέρης
•
- ο πολύ ικανός, που ό,τι πιάνει να φτιάξει με τα χέρια του, το κάνει πολύ καλά, ο προκομμένος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο πολύ ικανός στις δουλειές, επιχειρήσεις του, εκείνος που βγάζει πολλά λεφτά με ευκολία, που όταν πιάνει μια δουλειά, την ανεβάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρυσοχέρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χρυσοχέρης < χρυσο- + χέρ(ι) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσοχέρης | χρυσοχέρηδες |
| Γενική | χρυσοχέρη | χρυσοχέρηδων |
| Αιτιατική | χρυσοχέρη | χρυσοχέρηδες |
| Κλητική | χρυσοχέρη | χρυσοχέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →