χρυσοχόος
•
- επάγγελματεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή αντικειμένων ή κοσμημάτων από χρυσάφι Βικιλεξικό
- Συνδυάζοντας διάφορες τεχνικές , οι Βυζαντινοί χρυσοχόοι σκαλίζουν τα ευγενή μέταλλα, σμιλεύουν τους ημιπολύτιμους λίθους, ίασπη, σαρδόνυχα, λαζουρίτη, αχάτες και την ορεία κρύσταλλο, λεπτουργούν με μοναδική μαστοριά επιπεδόγλυφα και περίκλειστα σμάλτα και δένουν μαργαριτάρια, πετράδια και πολύχρωμα υέλια στα θελκτικά τους μικροτεχνήματα (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχοΐας, 1995, σελ. 85)
Ετυμολογία
χρυσοχόος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χρυσοχόος. Συγχρονικά αναλύεται σε χρυσο- + -χόος (δείτε, αρχαία ελληνικά χρυσός, χέω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρυσοχόος | χρυσοχόοι |
| Γενική | χρυσοχόου | χρυσοχόων |
| Αιτιατική | χρυσοχόο | χρυσοχόους |
| Κλητική | χρυσοχόε | χρυσοχόοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →