Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρυσωρυχείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ορυχείο χρυσού Βικιλεξικό
    • Η νοτιοαφρικανική μεταλλευτική εταιρεία Gold Fields, της οποίας ένα χρυσωρυχείο κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ έχει παραλύσει επί 15ήμερο εξαιτίας γενικής απεργίας, ανακοίνωσε την Τρίτη πως οι κινητοποιήσεις έχουν επεκταθεί και σε άλλο ορυχείο που εκμεταλλεύεται, στο κέντρο της χώρας. (*)
  2. μεταφορικάπροσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα ή ενασχόληση Βικιλεξικό
    • Η Ελλάδα είναι χρυσωρυχείο για επενδύσεις στον τουρισμό (*)
    • Χρυσωρυχείο η εκτροφή σαλιγκαριών (*)
  3. μεταφορικάτόπος, πρόσωπο ή κατάσταση απ' τα οποία αντλούμε πολύτιμα και ενδιαφέροντα στοιχεία Βικιλεξικό
    • Η περιοχή είναι πραγματικό... χρυσωρυχείο για τους επιστήμονες, που ανακάλυψαν 1.068 νέα είδη τη δεκαετία 1997-2007. (*)

Ετυμολογία

χρυσωρυχείο < (ελληνιστική κοινή) χρυσωρυχεῖον ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλικά gold mine ή γαλλικά mine d'or)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρυσωρυχείοχρυσωρυχεία
Γενικήχρυσωρυχείουχρυσωρυχείων
Αιτιατικήχρυσωρυχείοχρυσωρυχεία
Κλητικήχρυσωρυχείοχρυσωρυχεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →