χρωματίζομαι
•
- παίρνω χρώμα από βαφή, με ζωγραφίζουν, με βάφουν Βικιλεξικό
- Η στέγη δεν είναι καλά χρωματισμένη ενώ τα ανθρωπάκια και το σκυλάκι τα χρωμάτισες όλα πολύ ωραία
- μεταφορικάχαρακτηρίζομαι για την πολιτική μου τοποθέτηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρωματίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος χρωματίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →