Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρωματίζω

/xɾo.maˈti.zo/ρήμα
•
  1. χρησιμοποιώ χρώματα για να προσδώσω αποχρώσεις σε μια ζωγραφιά που δεν θέλω να είναι ασπρόμαυρη (για έπιπλα, χρηστικά αντικείμενα, ακίνητα, αυτοκινητα βάφω, εκτός κι αν είμαι παιδί) Βικιλεξικό
    • Μαμά, να χρωματίσω τα καινούργια παπούτσια σου να μην είναι έτσι άσπρα;
  2. δίνω πνοή σε κάτι άψυχο ή προσθέτω μια νότα δική μου σε κάτι ή το αναπαριστώ ζωηρά Βικιλεξικό
    • Ζωγράφισε ρεαλιστικά με την ποίησή του τη ζωή της Πρέβεζας
    • Ένα χρέος ακάμωτο έννοιωθε πως τούμνησκε ακόμα, και μολονότι πολιτικό, το χρωμάτισε κι αυτό με θρησκευτική θωριά. (Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης)
  3. χαρακτηρίζω κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
    • Τον χρωμάτισαν ως κομμουνιστή την εποχή που αυτό σήμαινε εξορία
    • Η συμπεριφορά του τον χρωμάτισε άθελά του και τον απέλυσαν το φοουκαρά για να μην τους ενοχλεί η χούντα

Ετυμολογία

χρωματίζω < μάλλον λόγια λέξη από το χρῶμα και (ελληνιστική κοινή) χρωτίζω (δίνω χρώμα)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχρωματίζωχρωματίζειςχρωματίζειχρωματίζουμεχρωματίζετεχρωματίζουν / χρωματίζουνε
Παρατατικόςχρωμάτιζαχρωμάτιζεςχρωμάτιζεχρωματίζαμεχρωματίζατεχρωμάτιζαν / χρωματίζαν / χρωματίζανε
Αόριστοςχρωμάτισαχρωμάτισεςχρωμάτισεχρωματίσαμεχρωματίσατεχρωμάτισαν / χρωματίσαν / χρωματίσανε
Μέλλονταςθα χρωματίζω / θα χρωματίσωθα χρωματίζεις / θα χρωματίσειςθα χρωματίζει / θα χρωματίσειθα χρωματίζουμε / θα χρωματίσουμεθα χρωματίζετε / θα χρωματίσετεθα χρωματίζουν / θα χρωματίζουνε / θα χρωματίσουν / θα χρωματίσουνε
Παρακείμενοςέχω χρωματίσειέχεις χρωματίσειέχει χρωματίσειέχουμε χρωματίσειέχετε χρωματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα χρωματίσειείχες χρωματίσειείχε χρωματίσειείχαμε χρωματίσει——
Υποτακτικήνα έχω χρωματίσει / να χρωματίζω / να χρωματίσωνα έχεις χρωματίσει / να χρωματίζεις / να χρωματίσειςνα έχει χρωματίσει / να χρωματίζει / να χρωματίσεινα έχουμε χρωματίσει / να χρωματίζουμε / να χρωματίσουμενα έχετε χρωματίσει / να χρωματίζετε / να χρωματίσετενα χρωματίζουν / να χρωματίζουνε / να χρωματίσουν / να χρωματίσουνε
Προστακτική—χρωμάτιζε / χρωμάτισε——χρωματίζετε / χρωματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →