χρωματίζω
•
- χρησιμοποιώ χρώματα για να προσδώσω αποχρώσεις σε μια ζωγραφιά που δεν θέλω να είναι ασπρόμαυρη (για έπιπλα, χρηστικά αντικείμενα, ακίνητα, αυτοκινητα βάφω, εκτός κι αν είμαι παιδί) Βικιλεξικό
- Μαμά, να χρωματίσω τα καινούργια παπούτσια σου να μην είναι έτσι άσπρα;
- δίνω πνοή σε κάτι άψυχο ή προσθέτω μια νότα δική μου σε κάτι ή το αναπαριστώ ζωηρά Βικιλεξικό
- Ζωγράφισε ρεαλιστικά με την ποίησή του τη ζωή της Πρέβεζας
- Ένα χρέος ακάμωτο έννοιωθε πως τούμνησκε ακόμα, και μολονότι πολιτικό, το χρωμάτισε κι αυτό με θρησκευτική θωριά. (Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης)
- χαρακτηρίζω κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- Τον χρωμάτισαν ως κομμουνιστή την εποχή που αυτό σήμαινε εξορία
- Η συμπεριφορά του τον χρωμάτισε άθελά του και τον απέλυσαν το φοουκαρά για να μην τους ενοχλεί η χούντα
Ετυμολογία
χρωματίζω < μάλλον λόγια λέξη από το χρῶμα και (ελληνιστική κοινή) χρωτίζω (δίνω χρώμα)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρωματίζω | χρωματίζεις | χρωματίζει | χρωματίζουμε | χρωματίζετε | χρωματίζουν / χρωματίζουνε |
| Παρατατικός | χρωμάτιζα | χρωμάτιζες | χρωμάτιζε | χρωματίζαμε | χρωματίζατε | χρωμάτιζαν / χρωματίζαν / χρωματίζανε |
| Αόριστος | χρωμάτισα | χρωμάτισες | χρωμάτισε | χρωματίσαμε | χρωματίσατε | χρωμάτισαν / χρωματίσαν / χρωματίσανε |
| Μέλλοντας | θα χρωματίζω / θα χρωματίσω | θα χρωματίζεις / θα χρωματίσεις | θα χρωματίζει / θα χρωματίσει | θα χρωματίζουμε / θα χρωματίσουμε | θα χρωματίζετε / θα χρωματίσετε | θα χρωματίζουν / θα χρωματίζουνε / θα χρωματίσουν / θα χρωματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρωματίσει | έχεις χρωματίσει | έχει χρωματίσει | έχουμε χρωματίσει | έχετε χρωματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρωματίσει | είχες χρωματίσει | είχε χρωματίσει | είχαμε χρωματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρωματίσει / να χρωματίζω / να χρωματίσω | να έχεις χρωματίσει / να χρωματίζεις / να χρωματίσεις | να έχει χρωματίσει / να χρωματίζει / να χρωματίσει | να έχουμε χρωματίσει / να χρωματίζουμε / να χρωματίσουμε | να έχετε χρωματίσει / να χρωματίζετε / να χρωματίσετε | να χρωματίζουν / να χρωματίζουνε / να χρωματίσουν / να χρωματίσουνε |
| Προστακτική | — | χρωμάτιζε / χρωμάτισε | — | — | χρωματίζετε / χρωματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →