Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρωματικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απόχρωση και ο κορεσμός ενός χρώματος όχι όμως η φωτεινότητα Βικιλεξικό
    • Μου όρισες ακριβώς την χρωματικότητα, αν δεν μου δώσεις τιμή φωτεινότητας όμως, το προϊόν θα βγει λάθος.

Ετυμολογία

χρωματικότητα < χρωματικ(ός) + -ότητα, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική chromaticity

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχρωματικότηταχρωματικότητες
Γενικήχρωματικότηταςχρωματικοτήτων
Αιτιατικήχρωματικότηταχρωματικότητες
Κλητικήχρωματικότηταχρωματικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →