χρωματιστός
•
- λόγιοπου έχει χρώμα Βικιλεξικό
- στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
Ετυμολογία
χρωματιστός (μαρτυρείται από το 1889) < χρωματίζω + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρωματιστός | χρωματιστή | χρωματιστό |
| Γενική | χρωματιστού | χρωματιστής | χρωματιστού |
| Αιτιατική | χρωματιστό | χρωματιστή | χρωματιστό |
| Κλητική | χρωματιστέ | χρωματιστή | χρωματιστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χρωματιστοί | χρωματιστές | χρωματιστά |
| Γενική | χρωματιστών | χρωματιστών | χρωματιστών |
| Αιτιατική | χρωματιστούς | χρωματιστές | χρωματιστά |
| Κλητική | χρωματιστοί | χρωματιστές | χρωματιστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →