Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρωμολιθογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη χρωμολιθογραφία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρωμολιθογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική chromolithographique < chromolithographie < αρχαία ελληνική χρῶμα + λίθος + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρωμολιθογραφικόςχρωμολιθογραφικήχρωμολιθογραφικό
Γενικήχρωμολιθογραφικούχρωμολιθογραφικήςχρωμολιθογραφικού
Αιτιατικήχρωμολιθογραφικόχρωμολιθογραφικήχρωμολιθογραφικό
Κλητικήχρωμολιθογραφικέχρωμολιθογραφικήχρωμολιθογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρωμολιθογραφικοίχρωμολιθογραφικέςχρωμολιθογραφικά
Γενικήχρωμολιθογραφικώνχρωμολιθογραφικώνχρωμολιθογραφικών
Αιτιατικήχρωμολιθογραφικούςχρωμολιθογραφικέςχρωμολιθογραφικά
Κλητικήχρωμολιθογραφικοίχρωμολιθογραφικέςχρωμολιθογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →