Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χρωμοφωτογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη χρωμοφωτογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χρωμοφωτογραφικός < χρωμοφωτογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρωμοφωτογραφικόςχρωμοφωτογραφικήχρωμοφωτογραφικό
Γενικήχρωμοφωτογραφικούχρωμοφωτογραφικήςχρωμοφωτογραφικού
Αιτιατικήχρωμοφωτογραφικόχρωμοφωτογραφικήχρωμοφωτογραφικό
Κλητικήχρωμοφωτογραφικέχρωμοφωτογραφικήχρωμοφωτογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχρωμοφωτογραφικοίχρωμοφωτογραφικέςχρωμοφωτογραφικά
Γενικήχρωμοφωτογραφικώνχρωμοφωτογραφικώνχρωμοφωτογραφικών
Αιτιατικήχρωμοφωτογραφικούςχρωμοφωτογραφικέςχρωμοφωτογραφικά
Κλητικήχρωμοφωτογραφικοίχρωμοφωτογραφικέςχρωμοφωτογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →