Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χτένι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποχτένα Βικιλεξικό
  2. εξάρτημα αργαλειού Βικιλεξικό
  3. θαλάσσιο οστρακόδερμο της οικογένειας Pectinidae Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοείδος χαρτοπαικτικού τεχνάσματος ή κλεψίματος που σχετίζεται με τον τρόπο ανακατέματος της τράπουλας Βικιλεξικό
    • Με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ στην πασιέντζα / κι όλο το χτένι δούλευε στη ζούλα κι η σκαλέτα. (Στίχοι του Κώστα Σκαρβέλη από το τραγούδι «Το παιχνίδι του αμερικάνου»)
  5. ανθοφόρα καταβολή φυτού όταν έχει προηγηθεί η εμφάνιση κοτυληδόνων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χτένι < μεσαιωνική ελληνική χτένι < κτένιν < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κτείς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχτένιχτένια
Γενικήχτενιούχτενιών
Αιτιατικήχτένιχτένια
Κλητικήχτένιχτένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →