χτένι
•
- λαϊκότροποχτένα Βικιλεξικό
- εξάρτημα αργαλειού Βικιλεξικό
- θαλάσσιο οστρακόδερμο της οικογένειας Pectinidae Βικιλεξικό
- παρωχημένοείδος χαρτοπαικτικού τεχνάσματος ή κλεψίματος που σχετίζεται με τον τρόπο ανακατέματος της τράπουλας Βικιλεξικό
- Με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ στην πασιέντζα / κι όλο το χτένι δούλευε στη ζούλα κι η σκαλέτα. (Στίχοι του Κώστα Σκαρβέλη από το τραγούδι «Το παιχνίδι του αμερικάνου»)
- ανθοφόρα καταβολή φυτού όταν έχει προηγηθεί η εμφάνιση κοτυληδόνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτένι < μεσαιωνική ελληνική χτένι < κτένιν < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κτείς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χτένι | χτένια |
| Γενική | χτενιού | χτενιών |
| Αιτιατική | χτένι | χτένια |
| Κλητική | χτένι | χτένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →