χτίσιμο
•
- η ενέργεια του χτίζω Βικιλεξικό
- το χτίσιμο του σπιτιού
- μπόντι μπίλντινγκη προσπάθεια για την αύξηση της μυϊκής μάζας και την ανάδειξη των μυών ενός καλογυμνασμένου σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτίσιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κτίσιμον με ανομοίωση άρθρωσης [kt] > [xt]. Συγχρονικά αναλύεται σε χτίζω (θέμα αορίστου: χτισ) + -ιμο. Συγκρίνετε με το κτίσιμο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χτίσιμο | χτισίματα |
| Γενική | χτισίματος | χτισιμάτων |
| Αιτιατική | χτίσιμο | χτισίματα |
| Κλητική | χτίσιμο | χτισίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →