χτες
•
- το (πρόσφατο) παρελθόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτες < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χτές < αρχαία ελληνική χθές με ανομοίωση των φθόγγων [kt] > [xθ] Συγκρίνετε με το χθες
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →