Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυδαιοβάρβαρος

/çi.ðe.oˈvaɾ.va.ɾos/επίρρημα, αρσενικό
•
  1. μειωτικόχυδαίος και βάρβαρος Βικιλεξικό
    • 1834 ⌘ Ἰωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ἱστορικὸν περὶ τῆς φιλικῆς ἑταιρείας, Ἐποχὴ Α΄. Κεφάλαιον Β΄, ἐν Ναυπλίᾳ, σελ. 42

Ετυμολογία

χυδαιοβάρβαρος < χυδαῖ(ος) + -ο- + βάρβαρος

Άλλοι τύποι

αἱοἱταῖςτοὺςτοῖςτοῦτὰτὰςτὴντὸτὸντῆςτῇτῶντῷχυδαιοβάρβαραχυδαιοβάρβαρεχυδαιοβάρβαροιχυδαιοβάρβαρονχυδαιοβάρβαροςχυδαιοβαρβάροιςχυδαιοβαρβάρουχυδαιοβαρβάρουςχυδαιοβαρβάρωνχυδαιοβαρβάρῳ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →