Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυδαιοελληνικός

/çi.ðe.o.e.li.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μειωτικόχυδαίος και ελληνικός Βικιλεξικό
    • 1963 ⌘ Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ἅπαντα, τόμος 5, σελ. 413
    • χ.η. ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛ. ΠΑΛΛΗ, σελ. 108

Ετυμολογία

χυδαιοελληνικός < χυδαῖ(ος) + -ο- + ἑλληνικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχυδαιοελληνικόςχυδαιοελληνικήτὸ / χυδαιοελληνικόν
Γενικήτοῦ / χυδαιοελληνικοῦτῆς / χυδαιοελληνικῆςτοῦ / χυδαιοελληνικοῦ
Αιτιατικήτὸν / χυδαιοελληνικόντὴν / χυδαιοελληνικήντὸ / χυδαιοελληνικόν
Κλητικήχυδαιοελληνικέχυδαιοελληνικήχυδαιοελληνικόν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοἱ / χυδαιοελληνικοίαἱ / χυδαιοελληνικαίτὰ / χυδαιοελληνικά
Γενικήτῶν / χυδαιοελληνικῶντῶν / χυδαιοελληνικῶντῶν / χυδαιοελληνικῶν
Αιτιατικήτοὺς / χυδαιοελληνικούςτὰς / χυδαιοελληνικάςτὰ / χυδαιοελληνικά
Κλητικήχυδαιοελληνικοίχυδαιοελληνικαίχυδαιοελληνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →