χυδαιόγλωσσος
•
- σπάνιοπου λέει χυδαία πράγματα Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαχυδαίος ως προς την γλώσσα, κοινός, ακαλλιέργητος· ο οποίος σχετίζεται με την «χυδαία γλῶσσα» Βικιλεξικό
- 1838 ⌘ Κωνσταντῖνος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, Ἐπίκρισις εἰς τὴν περὶ νεοελληνικῆς Ἑκκλησίας σύντομον ἀπάντησιν τοῦ σοφολογιωτάτου διδασκάλου κυρίου Νεοφύτου Βάμβα ὑπὸ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ οἰκονόμου Κωνσταντίνου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, Ἀθήνησιν, σελ. 174
Ετυμολογία
χυδαιόγλωσσος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χυδαιόγλωσσος. Συγχρονικά αναλύεται σε χυδαί(ος) + -ό- + -γλωσσος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χυδαιόγλωσσος | χυδαιόγλωσση | χυδαιόγλωσσο / χυδαιόγλωσσον / τὸ |
| Γενική | χυδαιόγλωσσου / τῆς / χυδαιογλώσσου / τοῦ | χυδαιόγλωσσης | χυδαιόγλωσσου / χυδαιογλώσσου / τοῦ |
| Αιτιατική | χυδαιόγλωσσο / χυδαιόγλωσσον / τὴν / τὸν | χυδαιόγλωσση | χυδαιόγλωσσο / χυδαιόγλωσσον / τὸ |
| Κλητική | χυδαιόγλωσσε | χυδαιόγλωσση | χυδαιόγλωσσο / χυδαιόγλωσσον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χυδαιόγλωσσοι / αἱ / οἱ | χυδαιόγλωσσες | χυδαιόγλωσσα / τὰ |
| Γενική | χυδαιόγλωσσων / τῶν / χυδαιογλώσσων | χυδαιόγλωσσων | χυδαιόγλωσσων / τῶν / χυδαιογλώσσων |
| Αιτιατική | χυδαιόγλωσσους / χυδαιογλώσσους / τοὺς / τὰς | χυδαιόγλωσσες | χυδαιόγλωσσα / τὰ |
| Κλητική | χυδαιόγλωσσοι | χυδαιόγλωσσες | χυδαιόγλωσσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →