χυδαϊστής
•
- σπάνιοαυτός που χυδαΐζει Βικιλεξικό
- μειωτικόπου χρησιμοποιεί προκλητικό ή ακραίο λεξιλόγιο της δημοτικής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυδαϊστής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα χυδαϊστής < (χυδαΐζω) χυδαϊσ- + -τής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χυδαϊστής | οἱ / χυδαϊστές / χυδαϊσταί |
| Γενική | τοῦ / χυδαϊστή / χυδαϊστοῦ | τῶν / χυδαϊστών / χυδαϊστῶν |
| Αιτιατική | τὸν / χυδαϊστή / χυδαϊστήν | τοὺς / χυδαϊστάς / χυδαϊστές |
| Κλητική | χυδαϊστά / χυδαϊστή | χυδαϊστές / χυδαϊσταί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →