χυδαϊστί
•
- ειρωνικόστην δημοτική, στην γλώσσα του λαού Βικιλεξικό
- χυδαία, με χυδαιολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυδαϊστί < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική χυδαϊστί. Συγχρονικά αναλύεται σε χυδα(ίος) + -ιστί.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →