χυμάω
•
- ορμάω, επιτίθεμαι με ορμή Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιτίθεμαι λεκτικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυμάω < χυμ(ώ) + -άω < αμάρτυρος μεσαιωνικός τύπος *χυμῶ (που προκύπτει από το χουμῶ με τροπή [i] > [u] λόγω της επίδρασης του [m]) < πιθανόν αρχαία ελληνική χύμα (ρευστό, κάτι που χύνεται)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χυμάω / χυμώ | χυμάς | χυμά / χυμάει | χυμάμε / χυμούμε | χυμάτε | χυμάν / χυμάνε / χυμούν / χυμούνε |
| Παρατατικός | χυμούσα | χυμούσες | χυμούσε | χυμούσαμε | χυμούσατε | χυμούσαν / χυμούσανε |
| Αόριστος | χύμηξα | χύμηξες | χύμηξε | χυμήξαμε | χυμήξατε | χυμήξαν / χυμήξανε / χύμηξαν |
| Μέλλοντας | θα χυμάω / θα χυμήξω / θα χυμώ | θα χυμάς / θα χυμήξεις | θα χυμά / θα χυμάει / θα χυμήξει | θα χυμάμε / θα χυμήξουμε / θα χυμούμε | θα χυμάτε / θα χυμήξετε | θα χυμάν / θα χυμάνε / θα χυμήξουν / θα χυμήξουνε / θα χυμούν / θα χυμούνε |
| Παρακείμενος | έχω χυμήξει | έχεις χυμήξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χυμήξει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χυμήξει / να χυμάω / να χυμήξω / να χυμώ | να έχεις χυμήξει / να χυμάς / να χυμήξεις | να χυμά / να χυμάει / να χυμήξει | να χυμάμε / να χυμήξουμε / να χυμούμε | να χυμάτε / να χυμήξετε | να χυμάν / να χυμάνε / να χυμήξουν / να χυμήξουνε / να χυμούν / να χυμούνε |
| Προστακτική | — | χύμα / χύμαγε / χύμηξε | — | — | χυμάτε / χυμήξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →