χυμένος
•
- που έχει χυθεί Βικιλεξικό
- χυμένο στο πάτωμα, χυμένος σε καλούπι Αμάν πια με τους χυμένους καφέδες πάνω στο πληκτρολόγιο
- που έχει λυθεί, που είναι χυτός Βικιλεξικό
- με τα μαλλιά χυμένα στους ώμους
- που έχει ορμήσει παράφορα, σαν ποταμός Βικιλεξικό
- Ηταν χυμένος επάνω της και η κοπέλα δεν ήξερε από πού να φύγει
- Ο κόσμος ήταν χυμένος στους δρόμους, ανάστατος...
- χαλαρωμένος σε βαθμό υπερβολικό, σχεδόν ξαπλωμένος ή και όντως ξαπλωμένος, σε κατάσταση όμως αφύσικη Βικιλεξικό
- Κάθεσαι χυμένος στο γραφείο και παριστάνεις ότι δουλεύεις
- Ηταν σκνίπα στο μεθύσι, τον βρήκα λιώμα, χυμένο στο πάτωμα
Ετυμολογία
χυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χύνω.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →