Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυμένος

ρήμα
•
  1. που έχει χυθεί Βικιλεξικό
    • χυμένο στο πάτωμα, χυμένος σε καλούπι Αμάν πια με τους χυμένους καφέδες πάνω στο πληκτρολόγιο
  2. που έχει λυθεί, που είναι χυτός Βικιλεξικό
    • με τα μαλλιά χυμένα στους ώμους
  3. που έχει ορμήσει παράφορα, σαν ποταμός Βικιλεξικό
    • Ηταν χυμένος επάνω της και η κοπέλα δεν ήξερε από πού να φύγει
    • Ο κόσμος ήταν χυμένος στους δρόμους, ανάστατος...
  4. χαλαρωμένος σε βαθμό υπερβολικό, σχεδόν ξαπλωμένος ή και όντως ξαπλωμένος, σε κατάσταση όμως αφύσικη Βικιλεξικό
    • Κάθεσαι χυμένος στο γραφείο και παριστάνεις ότι δουλεύεις
    • Ηταν σκνίπα στο μεθύσι, τον βρήκα λιώμα, χυμένο στο πάτωμα

Ετυμολογία

χυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος χύνω.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →