χυμευτική
•
- παρωχημένοη αλχημεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυμευτική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου χυμευτικός < ελληνιστική κοινή χυμευτικός < χυμεύω < αρχαία ελληνική χυμός < χέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χυμευτική | χυμευτικές |
| Γενική | χυμευτικής | χυμευτικών |
| Αιτιατική | χυμευτική | χυμευτικές |
| Κλητική | χυμευτική | χυμευτικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →