Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χυμωδώς

επίρρημα
•
  1. σπάνιομε χυμώδη τρόπο Βικιλεξικό
    • Η μία, με δεκαετίες βίου μάλιστα, αφορά τους δίσκους των 45 στροφών, το όνομα των οποίων έχει ταυτιστεί με τις μεγάλες επιτυχίες του λαϊκού τραγουδιού άλλων εποχών, όταν δεν χρειαζόταν να είσαι ζογκλέρ, για να γίνεις τραγουδιστής, ή χυμωδώς αποκαλυπτική χορεύτρια, για να γίνεις τραγουδίστρια· αρκούσε η καλή φωνή. (εφ. Καθημερινή, 06.03.2013)

Ετυμολογία

χυμωδώς < χυμώδης + -ώς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →