χυμός
•
- το υγρό που κυκλοφορεί στους φυτικούς ιστούς Βικιλεξικό
- το υγρό που προκύπτει από το στύψιμο φρούτων ή λαχανικών και (κατ’ επέκταση) το αναψυκτικό που προκύπτει μετά από σχετική επεξεργασία Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο σφρίγος και η ζωντάνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυμός < αρχαία ελληνική χυμός < χέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χυμός | χυμοί |
| Γενική | χυμού | χυμών |
| Αιτιατική | χυμό | χυμούς |
| Κλητική | χυμέ | χυμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →