χυτοσίδηρος
•
- μεταλλουργίατο κράμα σιδήρου και άνθρακα με ποσοστό περιεκτικότητας σε άνθρακα από 2.1 έως 4% Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χυτοσίδηρος (μαρτυρείται από το 1870) < χυτ(ός) + -ο- + σίδηρος, (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Gusseisen)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χυτοσίδηρος | χυτοσίδηροι |
| Γενική | χυτοσίδηρου / χυτοσιδήρου | χυτοσίδηρων / χυτοσιδήρων |
| Αιτιατική | χυτοσίδηρο | χυτοσίδηρους / χυτοσιδήρους |
| Κλητική | χυτοσίδηρε | χυτοσίδηροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →