χωλός
•
- λόγιοκουτσός Βικιλεξικό
- που του λείπει ένα ή και τα δύο κάτω άκρα
- που κουτσαίνει
- μεταφορικάατελής ή ανεπαρκής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωλός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χωλός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωλός | χωλή | χωλό |
| Γενική | χωλού | χωλής | χωλού |
| Αιτιατική | χωλό | χωλή | χωλό |
| Κλητική | χωλέ | χωλή | χωλό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωλοί | χωλές | χωλά |
| Γενική | χωλών | χωλών | χωλών |
| Αιτιατική | χωλούς | χωλές | χωλά |
| Κλητική | χωλοί | χωλές | χωλά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →