Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωμάτινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φτιαγμένος από χώμα ή από πηλό ή σχετικός με αυτά Βικιλεξικό
    • Αυτόν τον δρόμο τον έχει δει σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες και ξέρει ότι σε προηγούμενες δεκαετίες ήταν ένας φαρδύς χωμάτινος δρόμος που περνούσε μέσα από μπαξέδες και περιβόλια. (Κώστας Ακρίβος (2001) Πέντε δρόμοι, μία ρότα, ένα Αίνιγμα)
    • Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.

Ετυμολογία

χωμάτινος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχωμάτινοςχωμάτινηχωμάτινο
Γενικήχωμάτινουχωμάτινηςχωμάτινου
Αιτιατικήχωμάτινοχωμάτινηχωμάτινο
Κλητικήχωμάτινεχωμάτινηχωμάτινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχωμάτινοιχωμάτινεςχωμάτινα
Γενικήχωμάτινωνχωμάτινωνχωμάτινων
Αιτιατικήχωμάτινουςχωμάτινεςχωμάτινα
Κλητικήχωμάτινοιχωμάτινεςχωμάτινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →