Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωματουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται σε τεχνικά έργα που έχουν σχέση με το χώμα (εκσκαφές, μεταφορές κ.λπ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωματουργικός < χωματουργία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχωματουργικόςχωματουργικήχωματουργικό
Γενικήχωματουργικούχωματουργικήςχωματουργικού
Αιτιατικήχωματουργικόχωματουργικήχωματουργικό
Κλητικήχωματουργικέχωματουργικήχωματουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχωματουργικοίχωματουργικέςχωματουργικά
Γενικήχωματουργικώνχωματουργικώνχωματουργικών
Αιτιατικήχωματουργικούςχωματουργικέςχωματουργικά
Κλητικήχωματουργικοίχωματουργικέςχωματουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →