χωματουργικός
•
- που αναφέρεται σε τεχνικά έργα που έχουν σχέση με το χώμα (εκσκαφές, μεταφορές κ.λπ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωματουργικός < χωματουργία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωματουργικός | χωματουργική | χωματουργικό |
| Γενική | χωματουργικού | χωματουργικής | χωματουργικού |
| Αιτιατική | χωματουργικό | χωματουργική | χωματουργικό |
| Κλητική | χωματουργικέ | χωματουργική | χωματουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωματουργικοί | χωματουργικές | χωματουργικά |
| Γενική | χωματουργικών | χωματουργικών | χωματουργικών |
| Αιτιατική | χωματουργικούς | χωματουργικές | χωματουργικά |
| Κλητική | χωματουργικοί | χωματουργικές | χωματουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →