Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωματόδρομος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δρόμος χωμάτινος, που δεν τον έχουν στρώσει με άσφαλτο, ούτε με άλλο υλικό Βικιλεξικό
    • Υπήρχε ένας χωματόδρομος όπου έφτανε το αυτοκίνητο μέχρι ενός σημείου και από κει και πέρα στένευε σε μονοπάτι, μέχρι τον βραχώδη κόλπο. (Ευτυχία Γιαννάκη, Η νόσος του μικρού θεού, εκδ. Ίκαρος, 2020)

Ετυμολογία

χωματόδρομος < (χώμα, χώματος) χωματ- + -ό- + δρόμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωματόδρομοςχωματόδρομοι
Γενικήχωματόδρομουχωματόδρομων
Αιτιατικήχωματόδρομοχωματόδρομους
Κλητικήχωματόδρομεχωματόδρομοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →