χωνάκι
•
- υποκοριστικό για το: χωνί Βικιλεξικό
- ειδικότεραλεπτό και τραγανό μπισκότο σε σχήμα κώνου που χρησιμοποιείται για να τοποθετείται μέσα του παγωτό χύμα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηγενική ονομασία για χύμα παγωτά που πωλούνται αφού μπουν σε χωνάκι παγωτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωνάκι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωνάκι | χωνάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | χωνάκι | χωνάκια |
| Κλητική | χωνάκι | χωνάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →