Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωνάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό για το: χωνί Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραλεπτό και τραγανό μπισκότο σε σχήμα κώνου που χρησιμοποιείται για να τοποθετείται μέσα του παγωτό χύμα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηγενική ονομασία για χύμα παγωτά που πωλούνται αφού μπουν σε χωνάκι παγωτού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωνάκι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωνάκιχωνάκια
Γενική——
Αιτιατικήχωνάκιχωνάκια
Κλητικήχωνάκιχωνάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →