χωνευτήριο
•
- μεταλλουργίαειδικό ανθεκτικό δοχείο για την πύρωση και το λιώσιμο / τήξη διαφόρων μετάλλων ή άλλων υλικών Βικιλεξικό
- μεταφορικάχοάνη (που συμβάλλει στην ανάμειξη, αφομοίωση, ομογενοποίηση κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Η αμερικανική κοινωνία αντιμετωπίζει τον εαυτό της ως κοινωνία ουσιαστικά μεταναστών, γι’ αυτό και επιζητεί την αφομοίωση των διαφορετικών εθνικών ομάδων που μεταναστεύουν. Είναι ένα χωνευτήριο εθνοτήτων (melting pot), ανεξαρτήτως από τα ερωτηματικά που προκύπτουν σχετικά με το κατά πόσον είναι εφικτή η πλήρης αφομοίωση. (*)
- νιπτήρας ή φρεάτιο, συνήθως γεμισμένο με χώμα, στο ιερό ή στον περίβολο εκκλησίας, στο οποίο αποχετεύονται τα νερά από την κολυμπήθρα Βικιλεξικό
- μέρος όπου καίγονται τα κόκαλα μετά την εκταφή, εφόσον δεν φυλαχτούν σε οστεοφυλάκιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωνευτήριο < ελληνιστική κοινή χωνευτήριον < χωνεύω < χοανεύω < χοάνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωνευτήριο | χωνευτήρια |
| Γενική | χωνευτήριου / χωνευτηρίου | χωνευτηρίων |
| Αιτιατική | χωνευτήριο | χωνευτήρια |
| Κλητική | χωνευτήριο | χωνευτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →