Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωνευτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ενσωματωθεί σε έπιπλο, τοίχο κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωνευτός < ελληνιστική κοινή χωνευτός < χωνεύω / χοανεύω < αρχαία ελληνική χόανος < χέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχωνευτόςχωνευτήχωνευτό
Γενικήχωνευτούχωνευτήςχωνευτού
Αιτιατικήχωνευτόχωνευτήχωνευτό
Κλητικήχωνευτέχωνευτήχωνευτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήχωνευτοίχωνευτέςχωνευτά
Γενικήχωνευτώνχωνευτώνχωνευτών
Αιτιατικήχωνευτούςχωνευτέςχωνευτά
Κλητικήχωνευτοίχωνευτέςχωνευτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →