χωνευτός
•
- που έχει ενσωματωθεί σε έπιπλο, τοίχο κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωνευτός < ελληνιστική κοινή χωνευτός < χωνεύω / χοανεύω < αρχαία ελληνική χόανος < χέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωνευτός | χωνευτή | χωνευτό |
| Γενική | χωνευτού | χωνευτής | χωνευτού |
| Αιτιατική | χωνευτό | χωνευτή | χωνευτό |
| Κλητική | χωνευτέ | χωνευτή | χωνευτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωνευτοί | χωνευτές | χωνευτά |
| Γενική | χωνευτών | χωνευτών | χωνευτών |
| Αιτιατική | χωνευτούς | χωνευτές | χωνευτά |
| Κλητική | χωνευτοί | χωνευτές | χωνευτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →