Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωράω

/xoˈɾa.o/ρήμα
•
  1. μπορώ να μπω σε ένα χώρο, υπάρχει χώρος και για εμένα (για έμψυχα και αντικείμενα) Βικιλεξικό
    • χωράω να περάσω
    • στους δύο τρίτος δεν χωρεί
    • όλοι οι καλοί χωράνε
    • το ντουλάπι χωράει μια χαρά στη γωνία
  2. για αφηρημένες έννοιεςδεν υπάρχουν περιθώρια για αυτές, δεν χωράνε (στο γ΄πρόσωπο ενικού και πληθυντικού) Βικιλεξικό
    • Δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου (το αδιανόητο γεγονός)
    • δεν χωράει αμφιβολία ή δεν χωρεί αμφιβολία (είναι βέβαιο)
    • δεν χωράει συζήτηση (είναι αποφασισμένο)
    • Το δύο χωράει δύο φορές στο 4. Για βρες τώρα πόσες φορές χωράει παιδί μου το χαρτζιλίκι σου στο μισθό μου; Νομίζω μία και είναι καιρός να βρεις δουλειά!
  3. με τους αδύνατους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας εγώ, εσύ, αυτός, δηλαδή με το μου ή με κ.λπ. σχηματίζονται φράσεις όπου το χωρώ μαρτυρεί ασυμβατότητα ή συμβατότητα διαστάσεων Βικιλεξικό
    • Τι το σιδερώνεις άδικα... Αφού δεν μου χωράει πια ρε μάνα!
    • Μια χαρά σου χωράει αλλά δεν σ' αρέσει πια.

Ετυμολογία

χωράω < χωρ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χωράω. Δείτε και το χωρώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χωρῶ

Άλλοι τύποι

χωρούσαχωρώχώραγαχώρεσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →