χωράω
•
- μπορώ να μπω σε ένα χώρο, υπάρχει χώρος και για εμένα (για έμψυχα και αντικείμενα) Βικιλεξικό
- χωράω να περάσω
- στους δύο τρίτος δεν χωρεί
- όλοι οι καλοί χωράνε
- το ντουλάπι χωράει μια χαρά στη γωνία
- για αφηρημένες έννοιεςδεν υπάρχουν περιθώρια για αυτές, δεν χωράνε (στο γ΄πρόσωπο ενικού και πληθυντικού) Βικιλεξικό
- Δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου (το αδιανόητο γεγονός)
- δεν χωράει αμφιβολία ή δεν χωρεί αμφιβολία (είναι βέβαιο)
- δεν χωράει συζήτηση (είναι αποφασισμένο)
- Το δύο χωράει δύο φορές στο 4. Για βρες τώρα πόσες φορές χωράει παιδί μου το χαρτζιλίκι σου στο μισθό μου; Νομίζω μία και είναι καιρός να βρεις δουλειά!
- με τους αδύνατους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας εγώ, εσύ, αυτός, δηλαδή με το μου ή με κ.λπ. σχηματίζονται φράσεις όπου το χωρώ μαρτυρεί ασυμβατότητα ή συμβατότητα διαστάσεων Βικιλεξικό
- Τι το σιδερώνεις άδικα... Αφού δεν μου χωράει πια ρε μάνα!
- Μια χαρά σου χωράει αλλά δεν σ' αρέσει πια.
Ετυμολογία
χωράω < χωρ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χωράω. Δείτε και το χωρώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χωρῶ
Άλλοι τύποι
χωρούσαχωρώχώραγαχώρεσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →