Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωρατό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το άκακο αστείο ή πλάκα που γίνεται για να γελάσουμε Βικιλεξικό
    • και σαν έφτασε μπρος μου, κάνει ν' απλώσει το χέρι, μα ξάφνου το τραβάει και λέει: «Αχ, κούκλα μου, σου 'φυγε πόντος!» κι εγώ έσκουξα, γιατί το καλτσόν μου ήταν ολοκαίνουργιο, και τι θα 'κανα, έπρεπε να βρω βερνίκι να βάψω την τρύπα ή να τρέχω στο Μετς να πάρω άλλο, όμως οι μουσικοί, πονηρεμένοι, ξελιγώθηκαν στα γέλια, κι ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)

Ετυμολογία

χωρατό < χωρατεύω + -ό (αναδρομικός σχηματισμός) < χωραϊτεύω < χωραΐτης < χώρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωρατόχωρατά
Γενικήχωρατούχωρατών
Αιτιατικήχωρατόχωρατά
Κλητικήχωρατόχωρατά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →