χωριάτικος
•
- που ανήκει ή χαρακτηρίζει το χωριό και τους χωριάτες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωριάτικος < χωριάτης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωριάτικος | χωριάτικη | χωριάτικο |
| Γενική | χωριάτικου | χωριάτικης | χωριάτικου |
| Αιτιατική | χωριάτικο | χωριάτικη | χωριάτικο |
| Κλητική | χωριάτικε | χωριάτικη | χωριάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χωριάτικοι | χωριάτικες | χωριάτικα |
| Γενική | χωριάτικων | χωριάτικων | χωριάτικων |
| Αιτιατική | χωριάτικους | χωριάτικες | χωριάτικα |
| Κλητική | χωριάτικοι | χωριάτικες | χωριάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →