Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωριάτισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάθηλυκό του χωριάτης Βικιλεξικό
    • Η σύντα­ξή της δεν έφτανε για να πληρώσει πλυστικά κι η δουλειά για τη χωριάτισσα δεν είχε ούτε ντροπή ούτε λυποκράτημα. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Ο πύργος του ακροπόταμου, Α, 1915)

Ετυμολογία

χωριάτισσα < χωριάτης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωριάτισσαχωριάτισσες
Γενικήχωριάτισσαςχωριατισσών
Αιτιατικήχωριάτισσαχωριάτισσες
Κλητικήχωριάτισσαχωριάτισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →