χωριανή
•
- γυναίκα που μένει ή κατάγεται από το χωριό για το οποίο γίνεται λόγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωριανή < θηλυκό του χωριανός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
χωριανή < θηλυκό του χωριανός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →