Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωριατάκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υποκοριστικό του χωριάτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωριατάκος < χωριάτ(ης) + υποκοριστικό επίθημα -άκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωριατάκοςχωριατάκοι
Γενικήχωριατάκουχωριατάκων
Αιτιατικήχωριατάκοχωριατάκους
Κλητικήχωριατάκοχωριατάκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →