Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωριατιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του χωριάτη, του άξεστου και χωρίς τρόπους ανθρώπου Βικιλεξικό
    • Τὸν κακόμοιρο τὸ μεγάλον ἄνθρωπο, ποῦ τὸν κατάντησε! Αὐτὴ ποὺ τὰ μαλλιά της δὲν εἶναι ποτὲ λουσμένα, ποὺ ντύνεται μὲ τόση χωριατιά καὶ ποὺ ἡ ζώνη της βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς ὤμους της!
  2. άξεστος λόγος ή πράξη Βικιλεξικό
    • Ίσως την είχε δυσαρεστήσει η χωριατιά μου να πεταχτώ έτσι στα καλά καθούμενα και να προσφέρω εκατό ευρώ σαν κουραδόμαγκας που ήθελε να κάνει τον σπουδαίο. Έσκυψα πάνω της, «Συγχώρεσέ με» της είπα «αν φέρθηκα με απρέπεια, αλλά έχω πιει πολύ». (Θανάσης Χειμωνάς, Η μπλε ώρα, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

χωριατιά < χωριάτης + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήχωριατιάχωριατιές
Γενικήχωριατιάςχωριατιών
Αιτιατικήχωριατιάχωριατιές
Κλητικήχωριατιάχωριατιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →