χωριατοπούλα
•
- νεαρή κοπέλα που ζει σε χωριό ή κατάγεται από χωριό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωριατοπούλα < χωριάτης + -πουλα (< -πουλος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωριατοπούλα | χωριατοπούλες |
| Γενική | χωριατοπούλας | — |
| Αιτιατική | χωριατοπούλα | χωριατοπούλες |
| Κλητική | χωριατοπούλα | χωριατοπούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →