χωριατόσπιτο
•
- η αγροικία, αλλά συνήθως με μειωτική έννοια, για σπίτι πολύ ταπεινό, χωρίς ανέσεις, που δεν καλύπτει τις ανάγκες ενός αστού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωριατόσπιτο < χωριό και σπίτι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωριατόσπιτο | χωριατόσπιτα |
| Γενική | χωριατόσπιτου | χωριατόσπιτων |
| Αιτιατική | χωριατόσπιτο | χωριατόσπιτα |
| Κλητική | χωριατόσπιτο | χωριατόσπιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →