χωρισμένος
•
- που έχει χωριστεί Βικιλεξικό
- για συζύγουςπου έχει χωρίσει, που δεν ζει πια μαζί με τον άλλο· (κατ’ επέκταση) που έχει πάρει διαζύγιο Βικιλεξικό
- για συζύγουςπου έχει πάρει διαζύγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωρισμένος < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
χωρισμέναχωρισμένεχωρισμένεςχωρισμένηχωρισμένηςχωρισμένοχωρισμένοιχωρισμένοςχωρισμένουχωρισμένουςχωρισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →