Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χωρισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει χωριστεί Βικιλεξικό
  2. για συζύγουςπου έχει χωρίσει, που δεν ζει πια μαζί με τον άλλο· (κατ’ επέκταση) που έχει πάρει διαζύγιο Βικιλεξικό
  3. για συζύγουςπου έχει πάρει διαζύγιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χωρισμένος < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

χωρισμέναχωρισμένεχωρισμένεςχωρισμένηχωρισμένηςχωρισμένοχωρισμένοιχωρισμένοςχωρισμένουχωρισμένουςχωρισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →