χωροστάθμηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του χωροσταθμώ, η μέτρηση και καταγραφή υψομετρικών διαφορών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωροστάθμηση < χωροσταθμώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωροστάθμηση | χωροσταθμήσεις |
| Γενική | χωροστάθμησης | χωροσταθμήσεων |
| Αιτιατική | χωροστάθμηση | χωροσταθμήσεις |
| Κλητική | χωροστάθμηση | χωροσταθμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →